Photo by
OC Gonzalez

Όταν ξεκίνησα να πηγαίνω στο σχολείο θυμάμαι τα μάτια του παππού μου να λαμπυρίζουν από χαρά μιας και η αγραμματοσύνη του τον έκανε πολλές φορές να νιώθει ότι καθώς η κοινωνία εξελισσόταν ραγδαία μπροστά από την εποχή του εκείνος ο έρμος δε μπορούσε να συμβαδίσει, οπότε κάπου μέσα του διάβαζα ότι μπορεί και να μειονεκτούσε μπροστά σε όλους εκείνους τους μορφωμένους που συναντούσε. Ακόμα και αν αυτός που είχε απέναντι του μπορεί να ήταν κάποιος που γνώριζε μονάχα την άλφα – βήτα. Τα χρόνια ήταν δύσκολα, αλλά δε συνήθιζες να συναντάς μορφωμένους τότε. Όποιος ήξερε πέντε γράμματα, αυτόματα είχε και κάποιο κύρος πάνω του κάπως απροσδιόριστα μαγικά.

Εκείνος κάθε πρωί έφτιαχνε το σακίδιο μου και με αποχαιρετούσε γλυκά λίγο πριν σφραγίσει η πόρτα με τα τεράστια κάγκελα στην αυλή του σχολείου. Φυσικά και στο σχολείο μας τα μάθαιναν όλα. Οι δάσκαλοι ζωγράφιζαν πάντα με τον τρόπο τους ένα δρόμο Μαραθώνιο προκειμένου να μας στριμώξουν μέσα στο μυαλό μας όλες τις πολύτιμες γνώσεις. Τα χρόνια πέρασαν. Τώρα είμαι φοιτήτρια σε ένα από τα καλύτερα Πανεπιστήμια της Αγγλίας. Ο παππούς μου θα ήταν πολύ περήφανος σίγουρα για αυτό. Γνώρισα πολλούς δασκάλους, καθηγητές που μου δίδαξαν τη λογική και άλλοι που στηρίχτηκαν περισσότερο στην ορθολογική, μα η αλήθεια είναι πως κανείς δε μου έμαθε το αυτονόητο. Αυτό που μου δίδαξε εκείνος δεν είχε κανείς τη δύναμη να μου το μάθει. Ο παππούς μου με έμαθε τα βράδια να προσεύχομαι. Όχι μόνο για την οικογένεια μου και όλους όσους αγαπώ, αλλά για όλο τον κόσμο. Ακόμα και σήμερα είναι η αγαπημένη μου στιγμή λίγο πριν κλείσω τα μάτια να κοιμηθώ. Μέσα από τη σκέψη μου θυμάμαι το καλοσυνάτο πρόσωπο του και με τη δύναμη της προσευχής μου τρέχω σε κάθε σπιτικό που μπορεί να φαντάζει μέσα στο νου μου ότι έχει ανάγκη. Εκείνος δεν ήξερε γράμματα, μα ήξερε τη ζωή… και εγώ οφείλω πια να ομολογήσω ότι δε ντρέπομαι να το παραδεχτώ. Τα βράδια πάντα θα προσεύχομαι… και κάνω πολλές φορές την προσευχή το δρόμο μου για να τον συναντήσω.