«ΛΙΓΟ ΣΕΞ ΑΚΟΜΑ ΠΑΡΑΚΑΛΩ»

Κατηγορία βιβλίου: Χιουμορ / Ρομαντικό

ΤΟ ΜΟΥΤΡΑΚΙ ΤΗΣ ΔΙΠΛΑΝΗΣ ΠΟΡΤΑΣ

Άλλη μια μέρα βαρετή που ξημερώνει.

Η ρουτίνα σκεπάζει πάλι την καθημερινότητα μου και οι σκέψεις με τις υποχρεώσεις μέσα στο μυαλό μου χοροπηδάνε πολύ πριν έρθει η ώρα να ξυπνήσω. Μα καλά, είμαι σοβαρή; Κοιμάμαι και σκέφτομαι παράλληλα; Θεέ μου… Έχω καταντήσει σαν αυτές τις προγραμματισμένες γκόμενες που κράζω. Βαράει το ξυπνητήρι σα τρελό. Ξέρεις τι εννοώ… Εκείνος ο ήχος που σε κάνει να νιώθεις σα να είσαι σε πρωινό εγερτήριο στο στρατό. Εννοείται το κλείνω και γυρίζω από την άλλη. Είπαμε. Σκέφτομαι στον ύπνο μου αλλά το πρόγραμμα μου είναι τόσο φορτωμένο που κάθε πρωί πέφτει και με πλακώνει. Άλλωστε πάντα ξυπνάω κουρασμένη. Τι πράγμα και αυτό τον τελευταίο καιρό; Να μη μπορώ ρε αδερφέ να ξεκουραστώ με τίποτα; Στο άκουσμα του κινητού μου να χτυπάει μανιωδώς πετάγομαι σαν ελατήριο από το κρεβάτι. Έλα… Μη γελάς… Το έχεις πάθει και εσύ, έτσι δεν είναι; Μήπως σου συμβαίνει πιο συχνά από εμένα; Σε αφήνω τώρα γιατί δεν είναι ώρες για κουβέντες. Τρέχω έντρομη στο μπάνιο μου. Ταυτόχρονα πλένω δόντια, ρίχνω νερό στα μούτρα μου και προσπαθώ να ξεξυπνήσω. Όση ώρα ντύνομαι σα δαιμονισμένη με τα μαλλιά ανάκατα και το ένα χέρι να προσπαθώ να τα στρώσω λίγο, σκέφτομαι όλες εκείνες τις φωνές που άκουσα από το αφεντικό μου στο τηλέφωνο για την αργοπορία μου. Ήθελα και να ήξερα αυτός ο χλεχλές που έχω για αφεντικό δεν είχε καθυστερήσει ποτέ στη ζωή του σε δουλειά; Η απορία μου με βρίσκει έξω από την πόρτα του σπιτιού μου να προσπαθώ να κλειδώσω.

Φεύγοντας σαν αστραπή από εκεί όμως… Μπαμ! Ένα σορό από χάρτινα πακέτα και κουτάκια εκτοξεύονται στον αέρα και εγώ βρίσκομαι κατάχαμα με τα χέρια μου να προσπαθώ να προστατέψω το πρόσωπο μου. Ακούω κάτι γέλια μέσα στον χείμαρρο από τις φωνές μου που βγαίνουν από το στόμα μου με κραυγές απογοήτευσης και έπειτα εκείνο το γέλιο στέκεται απέναντι μου. Τώρα μια αμήχανη στιγμή που βγαίνει από τα ακροδάχτυλα μου. Δε ξέρω που βρήκα τελικά τη δύναμη να απλώσω το χέρι μου για να του συστηθώ… Ξέρω όμως ότι εκείνο το βλέμμα του διαπέρασε το σώμα μου σαν να με χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα.

Μωρή κουτσομπόλα; Θέλεις να μάθεις ποιος ήταν; Εκείνο το μούτρο ήταν. Το μουτράκι της διπλανής πόρτας. Ποιος άλλος; Ο καινούριος μου γείτονας που αν τον έβλεπες θα σκούπιζες τα σάλια σου και εσύ. Σταμάτα όμως γιατί τον είδα πρώτη. Σε εμένα άπλωσε το χέρι του και όχι μόνο το άπλωσε αλλά μου φάνηκε ότι με καλοκοίταξε κιόλας ή μήπως ήταν ιδέα μου; Μπορεί να ήταν και ιδέα μου. 

Χριστέ μου… τι έχω πάθει; Έχω φτάσει στη δουλειά και ενώ έχω μπροστά μου το χλεχλέ να έχει πάρει αυτό το σοβαρό του ύφος και να ανοιγοκλείνει το στόμα σα να φωνάζει, εμένα το μυαλό μου έχει κολλήσει πάνω στη πλάτη του… πως τον λένε; Α, ναι… του γείτονα καλέ. Του Τέλειου. Αυτό είναι το όνομα του φιλενάδα. Τέλειος. Νομίζω ότι ήταν κεραυνοβόλος. Οι πεταλούδες στο στομάχι μου γράφουν στα φτερά τους «έρωτας».

Μη με ρωτάς τι κάνω τώρα… Κόβω βόλτες πάνω κάτω σα νευρικός επισκέπτης έξω στη βεράντα μου μήπως και τον δω. Τρώω τα πετσάκια μου από το άγχος μου. Ούτε το όνομα του δε ξέρω καλά καλά. Ένα ξερό Ορέστης μου είπε και μετά δε θυμάμαι κάτι μετά. Μετά μια λάμψη σα να με τύφλωνε. Προφανώς από το χαμόγελο του θα ήταν. Μη με διακόπτεις. Ακούω κλειδιά και βήματα. Έρχεται. Μάλλον ανεβαίνει τις σκάλες. Σε αφήνω να τον προλάβω. Να κάνω δήθεν ότι μπαίνω εκείνη την ώρα στο σπίτι. Απέναντι είναι οι πόρτες μας άλλωστε σιγά μη και δε με δει. Να το παίξω άνετη και ευγενική; Ή ψιλοαδιάφορη; Εσύ τι λες; Άστο. Πάω και θα δούμε. Ότι μου βγει…

Ανοίγω την πόρτα και ξάφνου εκείνη την ώρα πριν πλησιάσει, ανοίγει ταυτόχρονα και η πόρτα του σπιτιού του. Μια ξανθιά από εκείνες που μισούμε. Ξέρεις ποιες λέω. Χαμογελαστή και υπέρλαμπρη, τον υποδέχεται όλο χάρη… Ε τι θες τώρα; Θες και παρακάτω; Τρώω το ξενέρωμα της ζωής μου. Εκείνος πλησιάζει χαμογελαστός παίζοντας ρυθμικά τα κλειδιά στα χέρια του. Γυρνάνε και οι δύο και με χαιρετάνε ευγενικά. Εκείνη τον αγκαλιάζει και τον φιλάει πεταχτά στο στόμα σα να μου λέει «Δικός μου είναι. Μη κάνεις ορεξούλες». Το μήνυμα ελείφθει της απαντάω με το ξενερωμένο υφάκι μου. Μπαίνω μέσα και αρχίζω να χτυπάω το κεφάλι μου στην ξύλινη πόρτα. Διώχνω τις πεταλούδες από το στομάχι μου αλλά τίποτα. Εκείνες ξανακολλάνε εκεί. Εκεί στέκω ακόμα. Πίσω από την πόρτα. Κουνάω νευρικά το πόδι μου. Είναι δικός της, μου το είπε ξεκάθαρα. Αλλά στην τελική κανείς δεν υπογράφει το «για πάντα». Ούτε καν αυτός ο ίδιος…

Χαμογελάω.

Αδειάζω όλη τη ζάχαρη από το βάζο μου και βάζοντας την αυτοπεποίθηση στην τσέπη μου πετάγομαι έξω από την πόρτα του με το χαμόγελο μου. Χτυπάω το κουδούνι… και που ξέρεις; Ίσως κάποια στιγμή να έρθουν έτσι τα πράγματα για να του δείξω αυτές τις πεταλούδες μου στο στομάχι. Τι; Τόσο χαμό κάνουν ρε φιλενάδα εκεί κάτω. Μέχρι τότε… για ότι χρειαστεί θα είμαι κάπου εκεί στην κοινή μας γειτονιά τελείως τυχαία απλά και μόνο για εκείνον… 

«ΠΡΟΣΕΧΩΣ … ΥΠΟ ΈΚΔΟΣΗ»

*** Για το Βιβλίο Έχει γίνει διαδικασία Κατοχύρωσης Πνευματικών Δικαιωμάτων. Παρακαλώ μη κάνετε αναπαραγωγή ή υποκλοπή των κειμένων. Ευχαριστώ.