ο ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ

Σήμερα μπροστά από αυτόν το μισοσπασμένο καθρέφτη που βρίσκεται δυο τετράγωνα πιο κάτω από το κοινόβιο, συνάντησα εκείνον που ποτέ δε περίμενα να βρω. Ήταν εκεί. Μου μιλούσε μέσα από το βαθυστόχαστο βλέμμα του κυρίως επικριτικά, αφήνοντας τη νοσταλγία να με παρασύρει μέσα από τη σιωπή του λόγου του. Μια κραυγή και έπειτα μια μικρή ανάσα. Μία εκκωφαντική ησυχία τριγύρω παντού. Εκεί που οι στάλες της βροχής ξέρουν να δίνουν τον πιο ρυθμικό παλμό. Κάτι σα μούδιασμα στα χείλη, ένα σκίρτημα στο μέρος της καρδιάς, δύο παλάμες σφιγμένες μπροστά από το στήθος.

«Σχεδόν τα κατάφερες»

μου ψιθύρισε και ένα μισό χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη μου, έτοιμο να καταβροχθίσει κάθε κρυφή μου ανασφάλεια. Αναπολούσα μέσα μου τη κρυμμένη μου γη. Εκείνη που μύριζε χώμα και ήταν μίλια μακριά από τα δυο μου πόδια. Κοίταξα γύρω μου την άγρια νύχτα που απλωνόταν σα δροσερό σεντόνι. Τι γεύση να έχουν τα χείλη μου τώρα που έφτασα στο προορισμό αυτής της άγνωστης Χώρας; Λύγισα τα γόνατα μου μπροστά του. Άφησα το βλέμμα μου να πέσει σε εκείνα τα πρόσωπα που ήταν ίδια με εμένα και αναρωτήθηκα πως ετούτος ο κόσμος μπορεί και διαχωρίζει τα μονοπάτια της ζωής. Πίσω μου φεύγοντας έμειναν μόνο αποκαΐδια. Εκείνα που είναι δύσκολο να ξεράσω στο πεζοδρόμιο του σήμερα. Σκουπίζω απαλά με την άκρη του μανικιού μου το καθρέφτη. Η αγωνία μου τερατώδης μήπως καταφέρω να κοιτάξω αυτό το είδωλο λίγο πιο καθαρά και τότε ένα πράγμα μπόρεσα ξεκάθαρα να διακρίνω που έντυνε και το γυμνό από πατρίδα σώμα μου. Το φόβο.

Advertisements